ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Tο Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας και ο ρόλος του Κων. Οικονόμου

>> 17.6.10

Μετά την Άλωση της πρωτεύουσας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το έτος 1453, η Οθωμανική κυριαρχία προχώρησε στην παραχώρηση προνομίων υπέρ των Χριστιανών. Πρώτη ενέργεια του Πορθητή Μωάμεθ ήταν η επανασύσταση του Πατριαρχικού θρόνου της Κωνσταντινούπολης, με ίδια Σουλτανική επιλογή τον ανθενωτικό Γεννάδιο Σχολάριο. Από τη μια η μουσουλμανική άποψη για εκκλησιαστική αυτοδιοίκηση των ΄΄λαών της Βίβλου΄΄, από την άλλη η πολιτική του Μωάμεθ για κατευνασμό των όποιων αντιδράσεων των ΄΄Απίστων΄΄, μέσω προνομίων οδήγησε με σειρά μέτρων στην Αυτοδιοίκηση του συνόλου του Χριστιανικού ποιμνίου με κεφαλή τον Πατριαρχικό Θρόνο της Κωνσταντινούπολης.

Ο Πατριάρχης αποτελούσε έναν θρησκευτικοπολιτικό ηγέτη που εξασφάλιζε ενότητα στην εκκλησία αλλά και συνοχή στο δουλωμένο Ποίμνιο. Οι μητροπόλεις του ελλαδικού χώρου, ήταν αυτοδιοικούμενες αλλά με βαθμό εξάρτησης από το Πατριαρχείο από την άποψη της διατήρησης πνευματικών σχέσεων και καθοδήγησης. Έτσι δημιουργήθηκε η μακρά παράδοση βάση της οποίας στο Πατριαρχείο ανήκαν εκκλησιολογικά και πνευματικά, οι μητροπόλεις του ελλαδικού χώρου.

Με την έκρηξη της Επανάστασης το 1821, διακόπηκε η σχέση των μητροπόλεων του επαναστατημένου ελλαδικού χώρου με την Μητέρα Εκκλησία. Η επικοινωνία αποκαταστάθηκε μόλις επί Καποδίστρια, ο οποίος ανέθεσε σε ειδική επιτροπή την διερεύνηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Ελλείψει εκκλησιαστικής διοίκησης, διοικητικές αρμοδιότητες ανατέθηκαν στο Μινιστέριο της Θρησκείας και από το 1829 στη γραμματεία επί των εκκλησιαστικών και της δημοσίου παιδείας. Ήταν η απαρχή μιας μεγάλης σύγκρουσης καθώς ουσιαστικά από τη στιγμή που ανατέθηκε στο Ελληνικό κράτος η διοίκηση της εκκλησίας, δόθηκε ένα τέλος στη μακραίωνη παράδοση των όποιων αξιώσεων του Οικουμενικού Θρόνου. Η ιδέα του Αυτοκεφάλου της ελλαδικής εκκλησίας ήταν πλέον η επικρατούσα.

Βέβαια η ιδέα της Ανεξαρτητοποιήσεως είχε υποστηρικτές αλλά και πολέμιους. Σε επιστημονικό επίπεδο υποστηρίχθηκε από τον Αδαμάντιο Κοραή, σε πολιτικό από τον αρμόδιο γραμματέα Επικρατείας Ιάκωβο Ρίζο και σε εκκλησιαστικό από τον πρωτοπρεσβύτερο Θεόκλητο Φαρμακίδη. Όλοι τους πρεσβευτές των ΄΄νέων ιδεών΄΄ και του Διαφωτισμού.

Το 1832 ο γραμματέας Επικρατείας [υπουργός] Ιάκωβος Ρίζος συντάσσει έκθεση προς την Δ’ Εθνική Συνέλευση στην οποία προτείνει την Αυτοκεφαλία της Ελλαδικής εκκλησίας για λόγους πολιτικούς και εκκλησιαστικούς. Την ίδια έκθεση υποβάλλει και στον νεοφερμένο βαυαρό ηγεμόνα Όθωνα, ενώ επανέρχεται στην πρότασή του με νεότερο έγγραφο που πλέον απευθύνεται στον Λουδοβίκο Φον Μάουρερ, μέλος της αντιβασιλείας, αρμόδιος επί θεμάτων παιδείας, δικαιοσύνης και επί των εκκλησιαστικών. Ο Μάουρερ συγκροτεί επταμελή επιτροπή [τέσσερις λαϊκοί, τρεις κληρικοί], υπό την προεδρία του γραμματέα του υπουργικού Συμβουλίου Σπυρίδωνα Τρικούπη, η οποία σε μικρό σχετικά διάστημα [17 Απριλίου- 7 Ιουνίου 1833] καταρτίζει σχέδιο εκκλησιαστικού κανονισμού. Για την ιστορία την επιτροπή αποτελούσαν εκτός από τον Τρικούπη, οι μητροπολίτες Αρδαμερίου Ιγνάτιος και Ελαίας Παίσιος, ο Π. Νοταράς, ο Σκαρλάτος Βυζάντιος, ο Κωνσταντίνος Σχινάς και ο πρωτοπρεσβύτερος Θ. Φαρμακίδης. Ο κανονισμός συνοδεύεται από παραρτήματα και ενημερωτικά στοιχεία σχετικά με μητροπόλεις, αρχιερείς και μονές. Καθοριστικός στην επιτροπή είναι ο ρόλος του Θεσσαλού πρωτοπρεσβύτερου Θεόκλητου Φαρμακίδη.

Ο Φαρμακίδης γεννήθηκε στο χωριό Νεμπεγλέρ [Νίκαια] της Λάρισας το 1784, φοίτησε στη σχολή της Λάρισας, ενώ συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη και στο Βουκουρέστι. Στη Γερμανία σπούδασε θεολογία, αφού προηγουμένως χειροτονήθηκε πρωτοπρεσβύτερος. Στην ελεύθερη Ελλάδα διορίστηκε έφορος Παιδείας και αργότερα διευθυντής στο εθνικό τυπογραφείο. Φυλακίσθηκε επί Καποδίστρια λόγω της αντιπολιτευτικής του δράσης. Επί Αντιβασιλείας έγινε καθηγητής στο πανεπιστήμιο Αθηνών, και γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πέθανε το 1862. Ήταν υπέρμαχος του Διαφωτισμού, των ΄΄νέων ιδεών΄΄ και είχε απόψεις περί εκκοσμικευμένου ή λαϊκού κράτους που τις στήριζε με φανατισμό.

Στις 23 Ιουλίου/ 23 Αυγούστου 1833, και αφού προηγουμένως εγκρίθηκε το σχέδιο, υπογράφτηκε και δημοσιεύθηκε στο Ναύπλιο η «διακύρηξις περί της Ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας». Το εν’ λόγω διάταγμα αποτελεί και τον πρώτο ουσιαστικά καταστατικό χάρτη της εκκλησίας της Ελλάδος με το οποίο αυτή καθίσταται αυτοκέφαλη. Η όλη διαδικασία έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και χωρίς βέβαια να τηρηθεί η κανονική διαδικασία συναντώντας έτσι ποικίλες αντιδράσεις εκπορευόμενες από πολλές πλευρές. Από τους αντιδρώντες ξεχώρισε η φυσιογνωμία του Κωνσταντίνου Οικονόμο του εξ’ Οικονόμων, ο οποίος ήδη είχε τεθεί επικεφαλής μια μερίδας ανθρώπων της εκκλησίας και των γραμμάτων που υπερασπίζονταν τα πατροπαράδοτα ήθη και τα προφύλασσαν από ξενικές επιδράσεις και ΄΄νεωτεριστικές΄΄ ιδέες.

Γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου του 1780 στην Τσαρίτσανη Θεσσαλίας. Γόνος διακεκριμένης εκκλησιαστικής οικογένειας. Γρήγορα αφού διδάχθηκε αρχαία, λατινικά και μυήθηκε στα εκκλησιαστικά γράμματα, από τον πατέρα του έφυγε για τα Αμπελάκια όπου φοίτησε στην περίφημη σχολή των Αμπελακίων, κοντά στον Τυρναβίτη γιατρό Ζήση Κάβουρα. Έγινε διάκονος και στη συνέχεια πρεσβύτερος στην μητρόπολη Ελασσόνας. Του δόθηκε ο τίτλος του Οικονόμου [εκκλ. Τίτλος], ενώ ονομάστηκε ο εξ’ Οικονόμων από το γεγονός ότι τον ίδιο τίτλο είχε και ο πατέρας του. Διεύθυνε τα Εκπαιδευτήρια Τσαριτσάνης για κάποιο διάστημα ενώ ακολουθεί η φυλάκισή του στα Γιάννενα από τον Αλή Πασά, λόγω της συμμετοχής στην επανάσταση του Παπαθύμιου Βλαχάβα, αλλά και της γενικότερης εθνικής του δράσης. Διωγμένος φεύγει για τις Σέρρες και από κει για της Σμύρνη, όπου δίδαξε στην σχολή της οποίας σχολάρχης ήταν ο φίλος του Κωνσταντίνος Κούμας. Στο Πατριαρχείο, όπου πήγε, διέπρεψε όπως και στις αυλές των Τσάρων και τω Βαυαρών ηγεμόνων. Το 1834 επέστρεψε στην ελεύθερη Ελλάδα. Πέθανε σε ηλικία 77 ετών στις 9 Μαρτίου του 1857.

Ο Οικονόμος χαρακτηρίζεται ως δεσπόζουσα φυσιογνωμία της συντηρητικής μερίδας, που αγωνίστηκε πολεμώντας με σύνεση τους νεωτεριστές οπαδούς της νέας τάξης στα εκκλησιαστικά πράγματα της Ελλάδος. Στον Φαρμακίδη επιτέθηκε σε προσωπικό επίπεδο με αρθρογραφία σε διάφορα περιοδικά της εποχής όπως την ΄΄Ευαγγελική σάλπιγγα΄΄, τον ΄΄Αιώνα΄΄ και τον ΄΄Θεατή΄΄ με το όνομά του αλλά και διάφορα ψευδώνυμα όπως Ασκητικός, Γερμανός, Παπακύρου, Παπα- Ευστάθιος, Σκυαθίτης, Καλυβίτης και με τα αρχικά Σ.Ζ. Από την άλλη ο Φαρμακίδης αρθρογραφούσε στην εφημερίδα ΄΄Αθηνά΄΄. Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, τόνισε χαρακτηριστικά ότι « προ της ελεύσεως του Οικονόμου δεν υπήρχε εν Ελλάδι κληρικός δυνάμενος να αναμετρηθεί με τον Φαρμακίδη και να αμφισβητήσει τας αρχάς αυτού, ουδείς δε αληθώς ηδύνατο να διεξαγάγει τον αγώνα ον ο Οικονόμος διεξήγαγεν».

Την ίδια ώρα η κοινή γνώμη πίστευε ότι πρέπει το ζήτημα να επιλυθεί άμεσα, προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω συγκρούσεις, που το μικρό Ελληνικό Βασίλειο δεν θα μπορούσε να αντέξει, ιδίως όταν αυτές αφορούσαν ένα κορυφαίο εκκλησιαστικό ζήτημα. Εν’ τω μεταξύ είχε ψηφιστεί το Σύνταγμα του 1844, που με τα αφορώντα την εκκλησία άρθρα του ευνοούσε την όποια αποκλιμάκωση των σχέσεων του Πατριαρχείου με την αντικανονικώς ανεξάρτητη εκκλησία της Ελλάδος.

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της Πολιτείας και του Πατριαρχείου κατέληξαν τελικά στην έκδοση του Συνοδικού τόμου της 29ης Ιουνίου του 1850, με την οποία η Εκκλησία της Ελλάδος, εφεξής αναγνωριζόταν ως Αυτοκέφαλη, με την επιφύλαξη ορισμένων καθοδηγητικών κανόνων όσον αφορά την διοίκησή της.

Η συμμετοχή και η συμβολή του Οικονόμου στην εν’ λόγω Συνοδική πράξη ήταν τεράστια καθώς ο ίδιος συνέταξε και απέστειλε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ψήφισμα, με δέκα όρους στους οποίους διετύπωνε τις απόψεις του περί της Αυτοκεφαλίας. Τον εν’ λόγω ψήφισμα αποτέλεσε τον πυρήνα της Συνοδικής Πατριαρχικής Πράξης του 1850 με το οποίο τερματίστηκε η τότε κρίση και στην Ελλαδική εκκλησία αναγνωρίστηκε πλέον το Αυτοκέφαλο, δίνοντας ένα τέλος στην μέχρι τότε Αντικανονικότητα της.

Συμπληρωματικά σημειώνουμε ότι ο Οικονόμος δεν ήταν κατά του Αυτοκεφάλου, αλλά πιστός στις εκκλησιαστικές παραδόσεις πίστευε ότι η χειραφέτηση έπρεπε να γίνει κανονικά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Πίστευε στην «άμεση αποκατάσταση της κανονικής τάξης με την ανακήρυξη της Αυτοκεφαλίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με την έκδοση Πατριαρχικού Τόμου, και όχι αυθαίρετα, αλλά τηρουμένου της μακραίωνης κανονικής παράδοσης και πράξη της Ανατολικής Ορθόδοξης εκκλησίας», όπως λέει χαρακτηριστικά ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Βλάσιος Φειδάς.

Έτσι το 1852 ψηφίζεται ο νόμος ΣΑ’ , με τίτλο «Νόμος καταστατικός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος», που ουσιαστικά μαζί με τον νόμο Σ’ «περί επισκοπών και επισκόπων και περί του υπό τους επισκόπους τελούντος κλήρου», αποτέλεσαν το νέο Καταστατικό Χάρτη της νεοϊδρυθείσης Εκκλησίας της Ελλάδος.

Πηγές:
- ΄΄Η Τσαριτσάνη΄΄, εκδ. 1989
-Σ.Ν. Τριωιάννου- Γ.Πουλή, ΄΄Εκκλησιαστικό Δίκαιο΄΄, εκδ. Α. Σάκκουλα 2002
-πρακτικά Συνεδρίου Κ. Οικονόμος εξ’ Οικονόμων

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Συντακτική Επιτροπή
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην εφημερίδα ΤΣΑΡΙΤΣΑΝΗ

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

  © Blogger templates Palm by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP